Karkalis Law Firm
Δικηγορικό Γραφείο Ιωάννη Καρκάλη-Γλύπτη & Συνεργατών
johnkarkalis@hotmail.com
+30 6908614405

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

Caption placed here

Απόφαση 40 / 2023    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 40/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου – Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2023, προκειμένου να αποφανθεί για την δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ι. Π., που αφορά τη μη συμμετοχή του στη σύνθεση του Ε’ Ποινικού Τμήματος – Σε Συμβούλιο, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20.1.2023 η αίτηση αναιρέσεως που ο ίδιος έχει ασκήσει κατά αποφάσεως στην υπόθεση με αριθμό πινακίου 2 (Κ 812/2022) που αφορά τους κατηγορούμενους Σ. Ζ., Α. Ε. και Α. Ν..
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Αγγελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα με αριθμό 268/9.12.2022, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
“Ι . Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΚΠΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, την από 8/12/2022 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ι. Π. και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 23 ΚΠΔ οι δικαστές οφείλουν να δηλώσουν στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου τους τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους. Η αποχή του δικαστικού λειτουργού από την άσκηση των καθηκόντων του επιβάλλεται και όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρεπείας καίτοι δεν συντρέχουν ευθέως λόγοι αποκλεισμού (αρ. 14) ή λόγοι εξαιρέσεως (αρ. 15). Ως σοβαροί λόγοι ευπρεπείας μπορεί να θεωρηθούν εκείνοι που μπορεί να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των διαδίκων για το απολύτως αντικειμενικό, απροκατάλυπτο και αδιάβλητο της κρίσεως τους. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται, εκτός των άλλων, που δικαιολογούν την αποχή οι ιδιαίτερες άμεσες ή έμμεσες σχέσεις του Δικαστή ή Αντεισαγγελέα με κάποιον από τους διαδίκους (ΑΠ 441/2013, ΑΠ 15/2011, ΑΠ 70/2003). Η αίτηση αποχής μέλους του Αρείου Πάγου κρίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΚΠΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την παραπάνω αίτηση αποχής του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αιτών Ι. Π. ζητεί να απόσχει από την δικάσιμο του Ε’ Ποιν. Τμήματος του Αρείου Πάγου της 20ης/1/2023, όπου έχει ορισθεί ως Εισαγγελέας, κατά την οποία έχει επαχθεί για υπόθεση με κατηγορούμενους:1) την Σ. Ζ., 2)τον Ε. Α. και 3) τον Ν. Α..
IV. Επειδή η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει, ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ. 4 του ΚΠΔ (ΑΠ 441/2013, ΑΠ 2117/2013).
Επειδή ο προβαλλόμενος λόγος ευπρέπειας που έχει κατά λέξη ως εξής: “ότι δηλαδή υφίσταται ταύτιση ασκούντος το ένδικο μέσο και εισαγγελέα που θα το κρίνει και θα προτείνει επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητός του ή μη. Εν όψει των ανωτέρω, παρακαλώ όπως απαλλαγώ από την άσκηση των καθηκόντων μου στη συγκεκριμένη υπόθεση, ώστε να μη δοθεί η εικόνα στους διαδίκους (αν και αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα), υποκειμενικής διατυπώσεως προτάσεως στην έδρα”, δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση καθόσον τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας του αιτούντος Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, όταν ο ίδιος ασκεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, την οποία (αναίρεση) καλείται να υποστηρίξει στο Ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, προτείνοντας για την τυπική και ουσιαστική βασιμότητά της.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να μη γίνει δεκτή η από 8-12-2022 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ι. Π. από την άσκηση των καθηκόντων του ως Εισαγγελέα της συνθέσεως του Ε’ Ποιν. Τμήματος του Αρείου Πάγου, που θα συνεδριάσει στις 20-1-2023, σχετικά με τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που ο ίδιος έχει ασκήσει της υπόθεσης Κ 812/2022, με αριθμό πινακίου 2 και κατηγορουμένους: 1) την Σ. Ζ., 2) τον Ε. Α. και 3) τον Ν. Α..
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Ασπρογέρακας”
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-12-2022 δήλωση, η οποία απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ι. Π., ζητεί να του επιτραπεί, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του, στην υπόθεση Κ 812/2022 και με κατηγορουμένους τους Σ. Ζ., Α. Ε. και Α. Ν., που έχει προσδιορισθεί να δικαστεί στο Ε’Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 2, κατά τη δικάσιμο της 20-1-2023, κατά την οποία έχει οριστεί ως Εισαγγελέας της έδρας, δεδομένου ότι ο ίδιος έχει ασκήσει, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, την αίτηση αναιρέσεως κατά των ως άνω κατηγορουμένων και ενόψει του ότι, όπως αναφέρει στην ως άνω δήλωση, “υφίσταται ταύτιση ασκούντος το ένδικο μέσο και εισαγγελέα που θα το κρίνει και θα προτείνει επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητός του ή μη, … να μην δοθεί η εικόνα στους διαδίκους (αν και αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα), υποκειμενικής διατυπώσεως προτάσεως στην έδρα”. Η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 ΚΠΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ίδιου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου εκ των οποίων τα δικαστικά πρόσωπα, που αναφέρονται σ’ αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερομένου στο άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτήν. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας δεν είναι δυνατή γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά, τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι’ αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, με τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλλημένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται “το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη”, όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο (ΑΠ 982/2020, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1287/2018). Τέτοιος όμως, σοβαρός λόγος ευπρέπειας, με την ανωτέρω έννοια της αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υφίσταται όταν ο Εισαγγελέας ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έχει ασκήσει υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ορισμένης ποινικής αποφάσεως και στη συνέχεια συμμετέχει ως Εισαγγελέας της έδρας στην εκδίκαση της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως , στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου εκκρεμεί και έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση, με αριθμό πινακίου 2, κατά τη δικάσιμο της 20ης-1-2023, αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ι. Π. κατά αποφάσεως που αφορά τους κατηγορουμένους Σ. Ζ., Α. Ε. και Α. Ν., ενώ κατά την ως άνω δικάσιμο έχει ορισθεί Εισαγγελέας της έδρας, ο ίδιος ως άνω Εισαγγελικός Λειτουργός, ο οποίος υπέβαλε την ανωτέρω δήλωση αποχής για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την τοιαύτη συμμετοχή του προαναφερόμενου Εισαγγελικού Λειτουργού στην ίδια υπόθεση ως ασκούντος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως και ακολούθως ως Εισαγγελέα της έδρας που θα προτείνει επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτού, δεν συνάγεται βλάβη του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, δεδομένου μάλιστα, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω Εισαγγελικός Λειτουργός δεν θα ασκήσει απροκατάληπτα το υπηρεσιακό του καθήκον. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει κίνδυνος δημιουργίας υπονοιών μεροληψίας στο πρόσωπό του, αφού επιπλέον ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με τα διάδικα μέρη.
Συνεπώς, δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας ώστε να απέχει αυτός από τα εισαγγελικά του καθήκοντα, κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υποθέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 8-12-2022 δήλωση αποχής του προαναφερομένου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2022 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ι. Π., από την άσκηση των καθηκόντων του στη δικάσιμο της 20-1-2023 του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως που ο ίδιος έχει ασκήσει, στην υπόθεση με αριθμό πινακίου 2 (Κ 812/2022) και κατηγορουμένους τους 1) Σ. Ζ., 2) Α. Ε. και 3) Α. Ν..
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2023. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2023.-

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ